Monday, December 27, 2010

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ

(Συζητούν δυο αγόρια, κυνηγοί άγριων πουλιών στο Βέρμιο. Τα πουλιά τα κυνηγούν με παγίδα νερού και σήτα, μια παλιά πατροπαράδοτη πρακτική ανάμεσα στα παιδιά των βουνίσιων)

ΜΑΙΚ : Μπορείς να μου πεις γιατί πιάνουμε

πουλιά;

ΣΤΕΦΑΝΟΣ : Γιατί; Τι εννοείς γιατί;

Μ : Αυτό που ρωτώ. Γιατί καθόμαστε εδώ τώρα πίσω από τη

σήτα κι ενεδρεύουμε; Γιατί κάνουμε τόσο κόπο για να

στήσουμε τη σήτα, γιατί τελικά τα πιάνουμε όλα αυτά τα πουλιά;

Σ : Ρε συ...

Μ : Το’ χεις σκεφτεί αυτό ποτέ;

Σ : Όχι.

Μ : Εγώ το σκέφτομαι συχνά.

Σ : Δε χρειάζεται σκέψη αυτό το πράγμα.

Μ : Δεν το θέλω! Μόνο του έρχεται στο νου μου το ερώτημα.

Σ : Είναι σπαστικό.

Μ : Το ξέρω.

Σ : Δεν το ξέρεις! Δεν εννοώ το ερώτημα. Εννοώ να το παίρνεις

στα σοβαρά. Είναι απλώς ένα χόμπι.

Μ : Ναι...

Σ : Άλλοι παίζουν χαρτιά, κάνουν ποδήλατο, παίζουν μπάλα,

τένις, βόλεϊ, όλα αυτά γαμώ το.

Μ : Το ξέρω...

Σ : Ε, εμείς πιάνουμε πουλιά! Κακό είναι;

Μ : Ξέρω 'γώ; Εσύ θα μου πεις. Κάνουμε κάτι κακό;

Σ : Εσύ αυτό νομίζεις;

Μ : Καμιά φορά.

Σ : Νοιώθεις τύψεις ρε Μάικ; Δεν το πιστεύω.

Μ : Καμιά φορά είπα γαμώτο. Ειδικά όταν ψοφούν στα κλουβιά.

Σ : Είναι ξεροκέφαλα, γι' αυτό ψοφούν. Δεν προσαρμόζονται.

Μ : Ναι, το ξέρω, προτιμούν να ψοφήσουν, παρά να ζουν στο

κλουβί.

Σ : Βλακείες! Άσχετο αυτό.

Μ : Ποιο;

Σ : Ρε, είναι ανωμαλία αυτό. Τα πουλιά δεν προτιμούν.

Μ : ............

Σ : Ούτε επιλέγουν. Ούτε αγαπούν, ούτε γουστάρουν. Τρώνε,

κουτσουλάνε, γεννάνε, ψοφούν. Αυτό είναι.

Μ : Κελαηδάνε κιόλας.

Σ : Ναι, κελαηδάνε, ωραία, κελαηδάνε, ε και;

Μ : Κελαηδάνε πιο καλά όταν είναι ελεύθερα.

Σ : Σκατά κάνουν. Ρε συ, ψοφούνε στο κλουβί, αυτά που δε

μπορούν να προσαρμοστούν.

Μ : Δεν κελαηδάνε καλύτερα στα κλαριά;

Σ : Η εξέλιξη των ειδών, δεν έχεις ακούσει για Δαρβίνο; Φυσική

επιλογή.

Μ : Τι φυσική επιλογή; Αφού εμείς τα βάζουμε στο κλουβί...

Σ : Εμείς είμαστε η φύση στην περίπτωσή τους. Οι από μηχανής

Θεοί. Αλλάζουμε τα δεδομένα της ζωής τους.

Μ : Ναι, αλλά, με τη φυσική επιλογή καλυτερεύουν τα είδη.

Σ : Αυτό είναι σχετικό. Εξαρτάται σε τι απαντάει αυτή η εξέλιξη.

Μ : Και; Θα έχουμε εξέλιξη των πουλιών όταν φτιάξουμε είδη

που να ζουν στο κλουβί;

Σ : Αυτή είναι μια διεργασία που κρατάει χρόνια ρε, εκατομμύρια

χρόνια.

Μ : Άρα; Τίποτε δεν προλαβαίνουμε εμείς.

Σ : Σωστά, τίποτε. Αλλά εγώ γουστάρω να πιάνω πουλιά.

Μ : Κι εγώ. Γιατί νομίζεις πως το κάνω; Αλλά.....

Σ : Πάρ’ το σαν ευχαρίστηση. Γούστο μας.

Μ : Ναι, γούστο μας. Αλλά όταν ψοφούνε στο κλουβί δε μ' αρέσει

άλλο πια.

Σ : Και τι να γίνει; Αφού ψοφούνε!

Μ : Γιατί τα βάζουμε στα κλουβιά;

Σ : Τι να τα κάνουμε, αφού τα πιάνουμε!

Μ : Ναι, τι να τα κάνουμε;

Σ : Αν τ' αφήσουμε έστω κι ένα δευτερόλεπτο, θα φύγουνε, θα

πετάξουνε.

Μ : .............

Σ : Πέταξε το πουλί, δε λένε;

Μ : Κι αν φύγουνε τι; Καλύτερα που ψοφούνε;

Σ : Τι θέλεις ρε Μάικ; Να τα πιάνουμε και να τ' αφήνουμε μετά;

Αυτό θέλεις;

Μ : Δε λέω αυτό, αλλά, να...

Σ : Είναι κουφό αυτό ρε Μάικ. Απορώ που το σκέφτηκες.

Μ : Δεν το σκέφτηκα, όχι αυτό ακριβώς,....

Σ : Αλλά, περίπου ε; Να τα πιάνουμε, να τους χαϊδεύουμε το

κεφαλάκι και να τ' αφήνουμε μετά ε;

Μ : Είναι μια σκέψη ρε Στέφανε, μια σκέψη μόνο.

Σ : Και τι θα βγει;

Μ : Δε θα ψοφούνε, θα ζούνε ελεύθερα πάλι.

Σ : Μαύρη ζωή θα κάνουνε. Όλο θα κοιτούνε γύρω τους

καχύποπτα. Όταν τρώνε, όταν πίνουν....

Μ : Ναι, αλλά.....

Σ : .....θα περιμένουν μια σήτα να πέσει πάνω τους, και δυο

χερούκλες να τα μπαγλαρώνουν.

Μ : Ας είναι, τουλάχιστον δε θα έχουν ψοφήσει.

Σ : Μα πες μου, είναι ζωή αυτή που θα κάνουν;

Μ : Ώστε τα φυλακίζουμε για το καλό τους ε;...

Σ : Δεν είναι μονάχα αυτό, σκέψου πως θα προειδοποιούν και τ'

άλλα. Δε θα μπορούμε να τσακώνουμε κανένα σε λίγο καιρό.

Όλα θα είναι ειδοποιημένα.

Μ : Καλό αυτό, θα δυσκολέψει λιγάκι και το κυνήγι.

Σ : Θα γίνει αδύνατο!

Μ : Χα, του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο.......

Σ : Μήπως υπονοείς πως θα πρέπει ίσως να τα τρώμε; Οι

κυνηγοί και οι ψαράδες τα τρώνε τα θηράματα, χε χε χε!

Μ : Όχι ρε, άσε τις βλακείες, απλώς λυπάμαι όταν ψοφούνε στο

σκατόκλουβο, αυτό είναι όλο.

Σ : Κι εγώ δε χαίρομαι. Ματώνει η καρδιά μου.

Μ : Ας τ' αφήνουμε ρε Στέφανε. Όχι όλα, τα πιο όμορφα

τουλάχιστον. Τις καρδερίνες...

Σ : Τις καρδερίνες; Γιατί τις καρδερίνες;

Μ : Όταν ψοφούν αυτές λυπάμαι διπλά.

Σ : Πώς έτσι; Τ' άλλα δεν έχουν ψυχή;

Μ : Έχω αδυναμία στις καρδερίνες, σε παρακαλώ, τις

καρδερίνες τουλάχιστον...

Σ : Καλά θα δούμε, άσε να το σκεφτώ.

Μ : Σκέψου το. Πες μου όταν αποφασίσεις. Ό,τι πεις θα κάνω.

Σ : Καλά, θα το σκεφτώ, αλλά μόνο για τις καρδερίνες.

Μ : Ναι.

Σ : Κι εγώ τις έχω αδυναμία.

Μ : Δεν το ήξερα.

Σ : Έτσι είναι, τις γουστάρω.

Μ : Κι εγώ.

Σ : Είναι ψυχούλες οι καρδερίνες....

Μ : Είναι, πώς να σου πω; Σα να έχουν άνθρωπο μέσα τους..

Σ : Ας είναι. Θ' αφήνουμε όλες τις καρδερίνες.

Μ : Κι αυτές με το κόκκινο;

Σ : Ναι, κι αυτές με το κόκκινο!

Μ : Ωραία, καλό αυτό.

Σ : Ναι, ωραία, ησύχασες τώρα;

Μ : Ναι.

0 comments: