Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ
(Συζητούν δυο αγόρια, κυνηγοί άγριων πουλιών στο Βέρμιο. Τα πουλιά τα κυνηγούν με παγίδα νερού και σήτα, μια παλιά πατροπαράδοτη πρακτική ανάμεσα στα παιδιά των βουνίσιων)
ΜΑΙΚ : Μπορείς να μου πεις γιατί πιάνουμε
πουλιά;
ΣΤΕΦΑΝΟΣ : Γιατί; Τι εννοείς γιατί;
Μ : Αυτό που ρωτώ. Γιατί καθόμαστε εδώ τώρα πίσω από τη
σήτα κι ενεδρεύουμε; Γιατί κάνουμε τόσο κόπο για να
στήσουμε τη σήτα, γιατί τελικά τα πιάνουμε όλα αυτά τα πουλιά;
Σ : Ρε συ...
Μ : Το’ χεις σκεφτεί αυτό ποτέ;
Σ : Όχι.
Μ : Εγώ το σκέφτομαι συχνά.
Σ : Δε χρειάζεται σκέψη αυτό το πράγμα.
Μ : Δεν το θέλω! Μόνο του έρχεται στο νου μου το ερώτημα.
Σ : Είναι σπαστικό.
Μ : Το ξέρω.
Σ : Δεν το ξέρεις! Δεν εννοώ το ερώτημα. Εννοώ να το παίρνεις
στα σοβαρά. Είναι απλώς ένα χόμπι.
Μ : Ναι...
Σ : Άλλοι παίζουν χαρτιά, κάνουν ποδήλατο, παίζουν μπάλα,
τένις, βόλεϊ, όλα αυτά γαμώ το.
Μ : Το ξέρω...
Σ : Ε, εμείς πιάνουμε πουλιά! Κακό είναι;
Μ : Ξέρω 'γώ; Εσύ θα μου πεις. Κάνουμε κάτι κακό;
Σ : Εσύ αυτό νομίζεις;
Μ : Καμιά φορά.
Σ : Νοιώθεις τύψεις ρε Μάικ; Δεν το πιστεύω.
Μ : Καμιά φορά είπα γαμώτο. Ειδικά όταν ψοφούν στα κλουβιά.
Σ : Είναι ξεροκέφαλα, γι' αυτό ψοφούν. Δεν προσαρμόζονται.
Μ : Ναι, το ξέρω, προτιμούν να ψοφήσουν, παρά να ζουν στο
κλουβί.
Σ : Βλακείες! Άσχετο αυτό.
Μ : Ποιο;
Σ : Ρε, είναι ανωμαλία αυτό. Τα πουλιά δεν προτιμούν.
Μ : ............
Σ : Ούτε επιλέγουν. Ούτε αγαπούν, ούτε γουστάρουν. Τρώνε,
κουτσουλάνε, γεννάνε, ψοφούν. Αυτό είναι.
Μ : Κελαηδάνε κιόλας.
Σ : Ναι, κελαηδάνε, ωραία, κελαηδάνε, ε και;
Μ : Κελαηδάνε πιο καλά όταν είναι ελεύθερα.
Σ : Σκατά κάνουν. Ρε συ, ψοφούνε στο κλουβί, αυτά που δε
μπορούν να προσαρμοστούν.
Μ : Δεν κελαηδάνε καλύτερα στα κλαριά;
Σ : Η εξέλιξη των ειδών, δεν έχεις ακούσει για Δαρβίνο; Φυσική
επιλογή.
Μ : Τι φυσική επιλογή; Αφού εμείς τα βάζουμε στο κλουβί...
Σ : Εμείς είμαστε η φύση στην περίπτωσή τους. Οι από μηχανής
Θεοί. Αλλάζουμε τα δεδομένα της ζωής τους.
Μ : Ναι, αλλά, με τη φυσική επιλογή καλυτερεύουν τα είδη.
Σ : Αυτό είναι σχετικό. Εξαρτάται σε τι απαντάει αυτή η εξέλιξη.
Μ : Και; Θα έχουμε εξέλιξη των πουλιών όταν φτιάξουμε είδη
που να ζουν στο κλουβί;
Σ : Αυτή είναι μια διεργασία που κρατάει χρόνια ρε, εκατομμύρια
χρόνια.
Μ : Άρα; Τίποτε δεν προλαβαίνουμε εμείς.
Σ : Σωστά, τίποτε. Αλλά εγώ γουστάρω να πιάνω πουλιά.
Μ : Κι εγώ. Γιατί νομίζεις πως το κάνω; Αλλά.....
Σ : Πάρ’ το σαν ευχαρίστηση. Γούστο μας.
Μ : Ναι, γούστο μας. Αλλά όταν ψοφούνε στο κλουβί δε μ' αρέσει
άλλο πια.
Σ : Και τι να γίνει; Αφού ψοφούνε!
Μ : Γιατί τα βάζουμε στα κλουβιά;
Σ : Τι να τα κάνουμε, αφού τα πιάνουμε!
Μ : Ναι, τι να τα κάνουμε;
Σ : Αν τ' αφήσουμε έστω κι ένα δευτερόλεπτο, θα φύγουνε, θα
πετάξουνε.
Μ : .............
Σ : Πέταξε το πουλί, δε λένε;
Μ : Κι αν φύγουνε τι; Καλύτερα που ψοφούνε;
Σ : Τι θέλεις ρε Μάικ; Να τα πιάνουμε και να τ' αφήνουμε μετά;
Αυτό θέλεις;
Μ : Δε λέω αυτό, αλλά, να...
Σ : Είναι κουφό αυτό ρε Μάικ. Απορώ που το σκέφτηκες.
Μ : Δεν το σκέφτηκα, όχι αυτό ακριβώς,....
Σ : Αλλά, περίπου ε; Να τα πιάνουμε, να τους χαϊδεύουμε το
κεφαλάκι και να τ' αφήνουμε μετά ε;
Μ : Είναι μια σκέψη ρε Στέφανε, μια σκέψη μόνο.
Σ : Και τι θα βγει;
Μ : Δε θα ψοφούνε, θα ζούνε ελεύθερα πάλι.
Σ : Μαύρη ζωή θα κάνουνε. Όλο θα κοιτούνε γύρω τους
καχύποπτα. Όταν τρώνε, όταν πίνουν....
Μ : Ναι, αλλά.....
Σ : .....θα περιμένουν μια σήτα να πέσει πάνω τους, και δυο
χερούκλες να τα μπαγλαρώνουν.
Μ : Ας είναι, τουλάχιστον δε θα έχουν ψοφήσει.
Σ : Μα πες μου, είναι ζωή αυτή που θα κάνουν;
Μ : Ώστε τα φυλακίζουμε για το καλό τους ε;...
Σ : Δεν είναι μονάχα αυτό, σκέψου πως θα προειδοποιούν και τ'
άλλα. Δε θα μπορούμε να τσακώνουμε κανένα σε λίγο καιρό.
Όλα θα είναι ειδοποιημένα.
Μ : Καλό αυτό, θα δυσκολέψει λιγάκι και το κυνήγι.
Σ : Θα γίνει αδύνατο!
Μ : Χα, του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο.......
Σ : Μήπως υπονοείς πως θα πρέπει ίσως να τα τρώμε; Οι
κυνηγοί και οι ψαράδες τα τρώνε τα θηράματα, χε χε χε!
Μ : Όχι ρε, άσε τις βλακείες, απλώς λυπάμαι όταν ψοφούνε στο
σκατόκλουβο, αυτό είναι όλο.
Σ : Κι εγώ δε χαίρομαι. Ματώνει η καρδιά μου.
Μ : Ας τ' αφήνουμε ρε Στέφανε. Όχι όλα, τα πιο όμορφα
τουλάχιστον. Τις καρδερίνες...
Σ : Τις καρδερίνες; Γιατί τις καρδερίνες;
Μ : Όταν ψοφούν αυτές λυπάμαι διπλά.
Σ : Πώς έτσι; Τ' άλλα δεν έχουν ψυχή;
Μ : Έχω αδυναμία στις καρδερίνες, σε παρακαλώ, τις
καρδερίνες τουλάχιστον...
Σ : Καλά θα δούμε, άσε να το σκεφτώ.
Μ : Σκέψου το. Πες μου όταν αποφασίσεις. Ό,τι πεις θα κάνω.
Σ : Καλά, θα το σκεφτώ, αλλά μόνο για τις καρδερίνες.
Μ : Ναι.
Σ : Κι εγώ τις έχω αδυναμία.
Μ : Δεν το ήξερα.
Σ : Έτσι είναι, τις γουστάρω.
Μ : Κι εγώ.
Σ : Είναι ψυχούλες οι καρδερίνες....
Μ : Είναι, πώς να σου πω; Σα να έχουν άνθρωπο μέσα τους..
Σ : Ας είναι. Θ' αφήνουμε όλες τις καρδερίνες.
Μ : Κι αυτές με το κόκκινο;
Σ : Ναι, κι αυτές με το κόκκινο!
Μ : Ωραία, καλό αυτό.
Σ : Ναι, ωραία, ησύχασες τώρα;
Μ : Ναι.
0 comments:
Post a Comment